Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

...Για την Ελλάδα, για τη Λευτεριά την ύστερη τους δώσανε πνοή με χαρά...

Στις 23 Φλεβάρη του 1943 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ, η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της νεολαίας , η οποία πολέμησε τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους γράφοντας σελίδες άφθαστου ηρωισμού. 450 χιλιάδες επονίτες και επονίτισσες και 150 χιλιάδες αετόπουλα πρωτοστάτησαν στον αγώνα του ελληνικού λαού για την απελευθέρωση από το ξένο καταχτητή αλλά και στον αγώνα για την ουσιαστική μόρφωση της νέας γενιάς, για την πολιτιστική αναβάθμισή , την κοινωνική πρόοδο και την πραγματική ανοικοδόμηση της Ελλάδας μετά τον πόλεμο.
Το ιστολόγιο αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο από το περιοδικό Νέα Γενιά , όργανο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ. Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα για τη δεύτερη επέτειο της ΕΠΟΝ στις 23 Φλεβάρη 1945.




Αγαπημένοι μας νεκροί, επονίτες κι' επονίτισσες που πέσατε στον αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας μας, για τα ιδανικά της νεολαίας, αιώνια θάναι η μνήμη σας και με κατάνυξη οι μελλούμενες γενιές θα διαλαλούν τα ονόματά σας. Σε σας που θυσιάσατε τα όμορφα νιάτα σας στο βωμό της πατρίδας και του πολιτισμού χρωστάμε  απέραντη ευγνωμοσύνη. Το Έθνος ολόκληρο γονατίζει στους φρέσκους τάφους σας και σας σκεπάζει με αμάραντη δόξα. Το αίμα σας δεν πήγε χαμένο. Το παράδειγμά σας μας δυναμώνει να συνεχίσουμε το δρόμο που χαράξατε σεις.
Στις διαδηλώσεις του 43 στην Αθήνα, δεκάδες επονίτες άοπλοι πέσαν νεκροί αντιμετωπίζοντας  τα γερμανικά τανκς.
Να μερικά ονόματα που θα μείνουν αξέχαστα στην ιστορία της Αθηναϊκής νεολαίας:
- Τορόν, σπουδαστής του Πολυτεχνείου, Σοφοκλής Βασιλάκης φυματικός της Σωτηρίας, Ωραιόπουλος και Δρακόπουλος μαθητές, Ελένη Παπαγεωργίου κ' ακολουθεί ατελείωτη σειρά ηρωικών νεκρών της ΕΠΟΝ.
- Μια νεαρή Επονίτισσα από την Ελασσώνα πιάστηκε από τους γερμανούς και την έγδαραν ζωντανή. Ενώ την έγδερναν φώναζε " Ζήτω η ΕΠΟΝ"
- Ο Ανδρέας Κατωχιανός, σερβιτόρος 23 ετών, οργανωτής της ΕΠΟΝ Αθήνας πιάστηκε από τη λαομίσητη ειδική ασφάλεια το καλοκαίρι του 1944 και υποβλήθηκε σε φριχτά βασανιστήρια στο "Κρυστάλ". Υπόκυψε στα βασανιστήρια και οι κακούργοι έριξαν το πτώμα του στους υπονόμους. Τον βασάνισαν για να μαρτυρήση. Σ' όλο το διάστημα των βασανιστηρίων του η μόνη κουβέντα που είπε ήταν " Βαράτε σκυλλιά. Οι Επονίτες πεθαίνουν και παίρνουν μαζί τους το μυστικό της οργάνωσής τους".
- Οι σερβιτόροι και η νεολαία του Κέντρου της Αθήνας προφέρουν με συγκίνηση το όνομα του αγνού αγωνιστή, του αγαπημένου τους Αντρέα.
- Ο Κώστας Αρώνης σπουδαστής της Ανωτάτης Εμπορικής , 23 χρονών, οργανωτής της ΕΠΟΝ Αθήνας πιάστηκε από την ειδική. Και ο Γιώργος Αλβέρτης , εργάτης 18 χρονών γραμματέας της ΕΠΟΝ Θυμαρακιών προδόθηκε από τον Πεανίτη Περλέγκα, πιάστηκε από την Ειδική. Παραδόθηκαν κι' οι δυο στους γερμανούς και τουφεκίστηκαν τον Απρίλη του 1944. Πέσαν τραγουδώντας τον Εθνικό μας Ύμνο.
- Ο Βαγγέλης Χατζηδάκης ,22 χρονών. Γραμματέας της ΕΠΟΝ Κατσιποδιού. Κυνηγημένος από τους γερμανούς κρυβόταν σ' ένα σπίτι. Τον ανακάλυψαν χωροφύλακες και τον σκότωσαν.
- Ο Επονίτης Κανάκης Σκορδίλης 17 χρονών από την Κυψέλη σκοτώθηκε από τους Γερμανούς ενώ έγραφε συνθήματα στους τοίχους. το σύνθημα έμεινε στα μισά. Οι συναγωνιστές του αποτέλιωσαν το σύνθημα με το αίμα του.
- Οι Επονίτες Κιοκμενίδης, Αυγέρης, Φωτόπουλος, ταμπουρωμένοι σ' ένα σπίτι στον Υμηττό πολέμησαν μια ολόκληρη μέρα με γερμανούς και τσολιάδες και γίνηκαν ολοκαύτωμα ( Αθήνα)
- Ο Ριρής Οικονομίδης γραμματέας της ΕΠΟΝ σπουδαστών πιάστηκε από τον ΕΣΑΣ στο Πολυτεχνείο και ξυλοκοπήθηκε. Ο ΕΣΑΣ τον παράδωσε στην ειδική και τον βασάνισε άγρια. Η ειδική τον παράδωσε στα Σ.Σ και τον αποτελείωσαν.
Λίγες μέρες μετά την ίδρυση της ΕΠΟΝ, στη Ν. Ιωνία, ο εδεσίτης Κ.Ρεμούνδος πρόδωσε στη γκεσταπό τον Γιώργο Παυλάντο και Ηλία Δουρμούσογλου, στελέχη της ΕΠΟΝ. Το γερμανικό στρατοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο. Λίγο πριν εχτελεσθούν η μάνα του Γιώργου πήγε να τον δη. " Μην κλαις Μάνα" της λέει. " Νάσαι περίφανη γιατί ο γυιός σου πέφτει για τη λευτεριά της Ελλάδας". Την άλλη μέρα δυο ηρωικά παληκάρια των Ποδαράδων ο Γιώργος κι' ο Ηλίας αντίκρυ στο εχτελεστικό απόσπασμα τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο ενώ πέφταν στο βωμό της Πατρίδας.
- Ο Κ. Μαντέλος από την περιοχή των Τρικκάλων, εχτελέστηκε από τους γερμανούς. Τα τελευταία του λόγια ήταν: " Χιλιάδες επονίτες θα εκδικηθούν το θάνατό μου".
- Οι αδελφοί Δανδολίνη από το Βόλο, στελέχη της ΕΠΟΝ δολοφονήθηκαν από Εσαάδιτες και τα πτώματά τους τα πέταξαν στο δρόμο.
- Ο Κώστας Σίρμπος, στέλεχος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας, όταν τον κρέμναγαν οι γερμανοί στα Τρίκκαλα, έσπασε δυο φορές το σχοινί. Και τις δυο φορές ζητωκραύγασε  την Ελλάδα και τη λευτεριά.
- Ο Παναγιώτης Δουλγεράκης, Γραμματέας της ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ορέστης Ιωαννίδης, Γραμ. της ΕΠΟΝ ΣΕΚ και Χαρίλαος Τάλλαρος , Καπετάνιος του ΕΛΑΣ σπουδαστών Θεσ/νίκης, πέσαν πολεμώντας ηρωικά κατά των γερμανοτσολιάδων, το καλοκαίρι του 1944.
- Ο Γιώργος Γκυζώτης , 20 ετών, από το Κρημίνι της Κοζάνης . Ανήκε στις επονίτικες ομάδες της ΙΧ μεραρχίας. Σε μια μάχη τραυματίστηκε κι' αιχμαλωτίστηκε. Του βγάλαν τα καινούργια Εγγλέζικα ρούχα που φορούσε και του φόρεσαν κουρέλια. Του είπαν ότι θα του χαρίσουν τη ζωή και θα του δώσουν πολλά λεφτά αν μίλαγε σ' ένα χωριό κατά του ΕΛΑΣ. Τους είπε ναι. Μα όταν βγήκε να μιλήσει σε μια συγκέντρωση χωρικών, είπε τα θερμότερα λόγια για τον ΕΛΑΣ και τον αγώνα και πρόφτασε να τελειώση: " Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά". Τον τράβηξαν κάτω και τον εχτέλεσαν.



Οι νεκροί της ΕΠΟΝ είναι χιλιάδες πολλές. Όπου κι' αν περπατήσης στα βουνά και στους κάμπους, στις πόλεις και στα χωριά και στα νησιά της Ελλάδας μας, θα συναντήσης τους τάφους των. Κάθε τάφος είνε και μαι ιστορία. Μια ιστορία ηρωισμού και μεγαλείου, μια ιστορία δόξας γραμμένη με αίμα.
Τα ονόματα των νεκρών μας, που πέσαν στον αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας και τη συντριβή του φασισμού, θα χωρέσουν μόνον στο Λεύκωμα που θα αφιερώση στη μνήμη τους η ΕΠΟΝ.
Δόξα και Τιμή σ' αυτούς που με το θάνατό τους χαρίσανε σε μας τη λευτεριά.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Ο Δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται

«Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται» (2006) του Daniel Losset.
Το σενάριο της ταινίας στηρίζεται στη ζωή του μεγάλου Γάλλου παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή της παιδείας Σελεστέν Φρενέ (Celestin Freinet 1896-1966). 
Η παιδαγωγική μέθοδος του Φρενέ στοχεύει στη δημιουργία ενός άλλου σχολείου όπου κάθε παιδί αντιμετωπίζεται σαν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, όπου η παιδεία δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα κι ο ρόλος του εκπαιδευτικού συνίσταται κυρίως στο να βοηθήσει τα παιδιά να βρουν μόνα τους το δρόμο της γνώσης.
Ο Σελεστέν Φρενέ, πρώτος αυτός, επεδίωξε να εισάγει τις νέες τεχνολογίες της εποχής στην εκπαίδευση: τυπογραφία, ραδιόφωνο, κινηματογράφο. Είναι πιο γνωστός ως ο πρώτος που έβαλε το τυπογραφείο στην τάξη και καθιέρωσε την διασχολική αλληλογραφία. Λιγότερο γνωστό είναι ότι πρώτος αυτός έβαλε τον κινηματογράφο στο σχολείο το 1926!
Ήταν φυσικό οι πρωτοποριακές του μέθοδοι να μην είναι αρεστές στο κατεστημένο, γι αυτό κυνηγήθηκε ανελέητα. Πάλεψε μέσα από αντίξοες συνθήκες και στο τέλος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη δημόσια εκπαίδευση για να συνεχίσει πιο ελεύθερος το παιδαγωγικό του έργο. Αλλά πια δεν ήταν μόνος. Στη βάση των ιδεών του δημιουργήθηκε ένα μεγάλο διεθνές παιδαγωγικό κίνημα που είναι ακόμα ζωντανό.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Κώστας Μπαλάφας, Παζάρι στα Γιάννενα, 1957

ΚΑΣΤΑΝΟΧΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ
                                                     του Δημ. Χατζή
Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία
διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι - Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ' απόκρυφα των πεθαμένων.

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα.

Απ' έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρησαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα.

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν' αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια.

Θανάσης Τζούλης, Απόγευμα των Μύρων, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977
( Μια πόλη στη λογοτεχνία. ΓΙΑΝΝΕΝΑ.Επιλογή κειμένων Χριστόφορος Μηλιώνης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002)

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Shigeru Umebayashi, In the Mood for Love


Ο Ιάπωνας συνθέτης Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι γεννήθηκε στις  19 Φεβρουαρίου 1951.  
 Υπήρξε αρχηγός του ιαπωνικού ροκ συγκροτήματος ΕΧ, αλλά από το 1985 και μετά, οπότε και διαλύθηκε το συγκρότημα, άρχισε να συνθέτει μουσική για σάουντρακ ταινιών. Μερικά από τα γνωστότερα σάουντρακ που έχει συνθέσει είναι των ταινιών του γνωστού Κινέζου σκηνοθέτη Γουόνγκ Καρ Γουάι (Wong Kar-wai) Ερωτική Επιθυμία (In the Mood for Love) (2001), και 2046 (2004). Επίσης έγραψε τη μουσική για την ταινία Τα ιπτάμενα στιλέτα (House of Flying Daggers (2004), του Ζανγκ Γιμού (Zhang Yimou). To 2004 η μουσική του για την ταινία 2046 τιμήθηκε με βραβείο στα Golden Horse Awards στην Ταϊβάν και στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Χονγκ Κονγκ. Η μουσική του είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και στην Ελλάδα.

Wikipedia

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος και Ελένη Καζαντζάκη

Στις 18 Φεβρουαρίου 1883 ήρθε στη ζωή ο Νίκος Καζαντζάκης και στις 18 Φεβρουαρίου 2004 έφυγε από τη ζωή η σύντροφός του Ελένη σε ηλικία 101 ετών.
Το κείμενο που ακολουθεί φέρει τον τίτλο " Γράφω για τους μελλούμενους νέους" και βρίσκεται στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 127/ Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2005. Είναι η συνέντευξη που πήρε από την Ελένη Καζαντζάκη η Έλγκα Νταϊφά. Πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21 Φεβρουαρίου 2004.


" Γράφω για τους μελλούμενους νέους"

Στις 18 Φεβρουαρίου, τη φετινή επέτειο των γενεθλίων του Νίκου Καζαντζάκη, η σύντροφος του Ελένη αποφάσισε να "φύγει" και να επιστρέψει για πάντα κοντά του, έτσι απλά σαν ένα δώρο σε εκείνον. Φαίνεται, του το χρώσταγε από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους το 1924, όταν της είχε γράψει από τη Γερμανία: Πότε θα μπορέσω να ζήσω πάλι μαζί σας, για να μην στεναχωριέστε για τη σιωπή μου."
Η Ελένη Καζαντζάκη, συνοδοιπόρος του σε ένα ακάματο ταξίδι δημιουργίας, έμπνευσης και μεγαλοσύνης, εκείνη που ο Κρητικός γίγαντας μολόγησε ότι "αγάπησε πάνω από όλες", αλλά και η Ελένη του, τόλμησε να παραδεχτεί πως, όταν ακόμα ο κίνδυνος να του κόψουν το χέρι ( θλιβερή συνέπεια του ταξιδιού τους στην Κίνα) δεν είχε περάσει, είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει και να σκοτωθεί αφήνοντας ένα σημείωμα σε φίλους να μη στεναχωρηθούν γιατί "περάσαμε καλά τη ζωή μας, περίκαλα".
Η συνάντηση - συζήτηση μαζί της μετρά 15 χρόνια, έγινε στο σπίτι του θετού της γιου Πάτροκλου Σταύρου και της οικογένειάς του, στη Βούλα. Η Ελένη Καζαντζάκη, στα 86 της τότε, με ματιά το ίδιο έντονη και διαπεραστική όπως στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που γέρνει στον ώμο του Καζαντζάκη. Όχι, δεν ήταν μια τυπική γυναίκα ούτε και τώρα, άλλωστε δεν είχε περάσει μια τυπική ζωή, και το ήξερε και απολάμβανε τη διαφορετικότητά της. Στιγμές απόμακρη, αλά και άλλες η γλύκα φώτιζε το πρόσωπο όταν η σκέψη ταξίδευε σε εκείνον...

- Ο Καζαντζάκης έλεγε " στην Ελένη οφείλω την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου ", πώς προσδιοριζόταν η καθημερινότητά σας;

" Το εγερτήριο για τον Νίκο ήταν στις 4 το πρωί. Εγώ ξύπναγα γύρω στις 7. Στη συνέχεια πίναμε το τσάι μας και έπειτα από περίπου μισή ώρα πήγαινε στο γραφείο του και ξεκίναγε το γράψιμο. Στις 10 του πήγαινα ένα καφεδάκι. Τότε, όπως κάθε μέρα και κάθε φορά, σήκωνε το μολύβι του, δεν έγραφε με πένα, και με ρωτούσε " Έως πότε...;" και εγώ του απαντούσα " μέχρι θανάτου συμπεριλαμβανομένου" και έφευγα. Συνέχιζε το γράψιμό του έως τις 4 το απόγευμα, ύστερα έβγαινε από το δωμάτιο, πίναμε το τσάι μας και πηγαίναμε βόλτες. Τότε, όλο γέλια και χαρά, μου έλεγε τι είχε γράψει".

- Υπάρχουν γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή σας δίπλα του;

" Πιστεύω ότι του έκανε καλό που ήμουν μαζί του υπομονετική, ήρεμη. Βέβαια, μη νομίζετε ότι ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος, αντιθέτως ήταν όλο γέλια και ανέκδοτα."

- Αναφέρεστε συχνά στην εύθυμη πλευρά του χαρακτήρα του, θυμάστε κάτι;

" Υπάρχει ένα αστείο περιστατικό που συνέβη όταν ήμασταν στην Αίγινα, την εποχή που έγραφε την " Οδύσσεια". Κάποτε είχε έρθει να μας επισκεφτεί μια ανιψιά μου, εγώ τότε, από τον πολύ 17σύλλαβο, είχα μάθει και εγώ να σχηματίζω, έτσι μια μέρα που έπρεπε να του ανεβάσουμε τα δακτυλογραφημένα κείμενα, του βάλαμε ανάμεσα και κάποιους στίχους που είχαμε φτιάξει εμείς και περιμέναμε να δούμε τι θα κάνει. Στην αρχή εκείνος τα έχασε, μετά κατρακύλησε στις σκάλες, μας έπιασε και άρχισε να μας φιλάει και να γελάει. Το καταδιεσκεδάσαμε".

- Ωστόσο, πρέπει να αναφερθούμε στη χρήση του πληθυντικού αριθμού στην επικοινωνίας σας.

" Μιλάγαμε πάντα στον πληθυντικό, γιατί τα πρώτα χρόνια εγώ ήμουν το μαθητούδι και εκείνος ο δάσκαλος, έτσι μας είχε μείνει. Και όταν κάποια στιγμή μιλάγαμε στον ενικό μάς έμοιαζε πολύ αστείο και γελάγαμε. Μας φαινόταν ο ενικός σαν τον πληθυντικό και αντίστροφα."

- Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε, και σε πολλές περιπτώσεις ισχύει, τους δημιουργούς να απαιτούν απόλυτη ησυχία στις στιγμές έμπνευσης...

" Αυτό που περιγράφετε δεν συνέβαινε με τον Νίκο. Δεν τον ενοχλούσε να τον διακόπτουν και ας ξεχνούσε κάποιο στίχο του. Ήμουν πάντα αφάνταστα ανορθόγραφη και όταν δακτυλογραφούσα τον ρωτούσα πώς γράφεται μια λέξη, εκείνος σταματούσε το γράψιμό του και πάντα μου απαντούσε".

- Η ελευθερία που τόσο πρέσβευε, αποτελούσε και στοιχείο της σχέσης σας;

" Δεν μου επέβαλε ποτέ τίποτα. Εγώ κάθε χρόνο έφευγα και έκανα λουτρά στη Γαλλία και δεν μου δημιουργούσε πρόβλημα. Βέβαια και εγώ δεν σήκωνα παντιέρα, γιατί και το έργο του αγαπούσα αλλά και τον άνθρωπο αγαπούσα, ήταν γεμάτος κέφια και ανέκδοτα. Ήταν ένας τρισχαριτωμένος άνθρωπος".

- "Βαδίζατε" με κοινά ενδιαφέροντα;

" Η ιδεώδης σύντροφος για τον Καζαντζάκη θα ήταν η μητέρα μου. Και οι δυο τους αγαπούσαν τη σπαρτιατική ζωή και σε υπέρμετρο βαθμό τα ταξίδια, την ποίηση και τα μπάνια στη θάλασσα. Ο Καζαντζάκης πίστευε ότι η θάλασσα είναι ιερή και μόνο σε μόνο σε εκείνη μπορεί να ελευθερωθεί το σώμα. Εκείνο που διαφωνούσαμε ήταν η σχέση του με τη μουσική. Κατά τη διάρκεια της " Οδύσσειας" στην Αίγινα, μου έλειψαν τα αγαπημένα μου κονσέρτα. Αλλά και στα φαγητά είχαμε τα ίδια γούστα, εκτός από την ψαρόσουπα, που ήταν το αγαπημένο του φαγητό και η αφορμή να γνωρίσει τον Ζορμπά".

- Αγαπήθηκε, όσο λίγοι, από τους νέους ανθρώπους...

" Δεν πιστεύω ότι υπήρχε άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο τους νέους. Πάντα έλεγε " εγώ δεν γράφω για τους γέρους ή για αυτούς που έχουν γεννηθεί αλλά για τους μελλούμενους νέους". Αλλά και εκείνους που προσπαθούσαν να γράψουν και του έστελναν κείμενα, τους αγαπούσε πολύ. Όταν εγώ του έλεγα " τώρα γιατί κουράζεστε  και διαβάζετε αυτό το χειρόγραφο που είναι μουτζουρωμένο και κακογραμμένο;" μου απαντούσε: " Παιδί μου, μάθετε να είστε καλός άνθρωπος, γιατί είναι νέοι και πρέπει να τους βοηθήσουμε. Εγώ τώρα έμαθα να γράφω", και όλα αυτά μου τα έλεγε σε ηλικία 72 ετών. Επίσης έλεγε και κάτι άλλο σωστό " πρέπει να βοηθήσουμε τους νέους να βγουν από τα ελληνικά σύνορα" ".

- Νιώθετε ότι επηρεαστήκατε από τον τρόπο σκέψης του;

" Και οι δυο μας επηρεαστήκαμε από την προσωπικότητα του άλλου. Εγώ τον βοήθησα να μην φοβάται την αρρώστια γιατί συχνά ήμουν άρρωστη. Εκείνος με βοήθησε  σε μεγάλα και σπουδαία, έγινα καλύτερος άνθρωπος, σταμάτησα να θυμώνω ακόμα και με τις συκοφαντίες που έλεγαν  εναντίον του. Έμαθα από τον Νίκο να έχω τον ίδιο σεβασμό όταν μιλάω στον παπουτσή ή στο βασιλιά. Την ίδια στιγμή με βοηθούσε να μην έχω φόβο και ντροπαλοσύνη. Εκείνος με ελευθέρωσε..."

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Τα απόπαιδα

" Πέρασαν χρόνια. Και κάποτε - εντελώς τυχαία - έμαθα πως μου είχαν στερήσει την ελληνική ιθαγένεια από το 1954, όταν ακόμη βρισκόμουν στην Αθήνα. Με είχαν κάνει δηλαδή και "απόπαιδο", με είχαν ξεγράψει από "τέκνον της πατρίδας", όπως θα' λεγε και η μάνα μου. Έλεγαν πως απέβλεπα να κόψω κομμάτι από την ελληνική επικράτεια, δεν καθόριζαν πόσο, να το πάρω και να το δώσω στους ξένους  του Βορρά. Και με έβγαλαν "άπατρι", ότι δεν ήμουν πια Ελληνίδα, κι ας είχαν αρχίσει όλα από τη συμμετοχή μου στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Όμως η Ιστορία είναι τσίφτισσα. Πρέπει να ξέρεις πως, όσο και να τη σκεπάσουν, όσο και να τη διαστρεβλώσουν ή να την αναποδογυρίσουν, αυτή θα βρει τον τρόπο να βγει και να φωτίσει με την αλήθεια της.
Άκου! Όταν βρισκόμουν στο Παρίσι, πήγα μια μέρα στη λαϊκή αγορά  για να αγοράσω αυγά. Ο αυγουλάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος σαρανταπεντάρης, στεκόταν με το ένα πόδι στη σκάλα του τροχοκίνητου πάγκου του και, παρ' όλη τη βιασύνη που είχε να εξυπηρετήσει τους πελάτες, μόλις άκουσε την προφορά μου, γύρισε και με ρώτησε:
" Espagnole? "
" Non ".
" Portuguaise ?"
" Non ".
" Italienne?"
" Non".
" Mexicaine?"
"Non".
" Μα τι είστε τέλος πάντων;"
" Εφόσον θέλετε να μάθετε τι είμαι, συνεχίστε! Υπάρχουν κι άλλες χώρες στον κόσμο", του είπα εγώ.
Έβαλε το δάχτυλο στο μάγουλό του και, αφού σκέφτηκε, με ρώτησε:
" Τι έκανε ο λαός σας τον καιρό της Κατοχής;"
" Αντιστάθηκε!" απάντησα.
" Εεε! Mais alors, vous etes grecque!"

Εεε! Μα τότε είστε Ελληνίδα!



" ...Μαθαίναμε ότι όλες οι χώρες προσπαθούσαν ν' αναστηλώσουν τον τόπο τους απ' τις καταστροφές του πολέμου, ότι επιστράτευαν  όλες τις πνευματικές δυνάμεις, όπου κι αν ανήκαν αυτές, με προτίμηση στους αντιστασιακούς, για να χτίσουν την οικονομία τους, την παιδεία τους, την περίθαλψή τους. Την ίδια στιγμή στη δική μας χώρα αυτές οι δυνάμεις κυνηγιούνταν. Δεν υπάρχει συγχώριο γι' αυτούς που στέρησαν τον τόπο μας απ' ό,τι πιο ξύπνιο, πιο δυναμικό και δημιουργικό στοιχείο διέθετε τότε η πατρίδα μας. Δάσκαλοι, καθηγητές, οικονομολόγοι, γιατροί, μηχανικοί, συγγραφείς, ποιητές, διανοητές, εργατικό δυναμικό, σέρνονταν όλοι στις φυλακές και δολοφονούνταν αντί να τους έχουν μπροστάρηδες στην ανοικοδόμηση της χώρας μας απ' τον πόλεμο και στην οικοδόμηση μιας πολύπλευρα αναπτυγμένης Ελλάδας. Χάθηκε έτσι η εξαιρετικά σημαντική, η καθοριστική περίοδος για την προκοπή της..."


" ...Στο κάτω - κάτω, για ποιο πράγμα εμείς είχαμε μπει σ' αυτό τον απίστευτα δύσκολο χορό; Εμείς το άδικο παλεύαμε, ενάντια σ' αυτούς που τσαλαπάτησαν τη λεβέντικη ιστορία της Αντίστασης, που έφεραν το επάνω κάτω και το κάτω επάνω! Που με την προτροπή των Άγγλων και μετά των Αμερικάνων κινητοποίησαν και στηρίχτηκαν στον αφρό του κατοχικού βούρκου για να εξοντώσουν ό,τι πιο καθαρό και ακριβό διέθετε η πατρίδα μας στον αγώνα για τη λευτεριά και την πρόοδό της. Όταν τραγουδούσαμε ή διακηρύσσαμε "Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Πρόοδο", εμείς πιστεύαμε βαθιά σ' αυτά, γι' αυτό και θυσιαζόμασταν! Όταν λέγαμε "ανεξάρτητη Ελλάδα ", το εννοούσαμε. Δεν θέλαμε τους Εγγλέζους, δεν θέλαμε τους Αμερικάνους, δεν θέλαμε κανέναν στον τόπο μας. Άλλωστε μόνοι μας ήμασταν μαχητές επάνω στα βουνά. Ούτε Ρώσους είχαμε, ούτε κανέναν άλλον, εκτός από τους ελάχιστους γιατρούς που είχαν έρθει εθελοντικά. Οραματιζόμασταν μια Ελλάδα όπου κυρίαρχος  θα ήταν ο λαός της κι ένα καθεστώς ανθρώπινης δικαιοσύνης και άνθησης..."


" Αλήθεια, πώς θα φτάσει στο σήμερα το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων; Πώς θα μάθουν οι γενιές που' ρχονται ότι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, που - ανεξάρτητα απ' τη ροή της ιστορίας - βάδισαν στη ζωή τους με όραμα για έναν κόσμο που θα ανέβαζε  τον άνθρωπο στο ύψος του προορισμού του; Να ζήσει με δικαιοσύνη, με αδελφοσύνη, με ανθρωπιά μέσα σε μια πανανθρώπινη ειρήνη; Και αφιέρωσαν  τη ζωή τους στο όραμα αυτό; Αλήθεια, πώς;" 


Από το βιβλίο της Κατίνας Λατίφη , Τα απόπαιδα. Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τα χρόνια του πολέμου, της Αντίστασης, της μεταβαρκιζιανής τρομοκρατίας, του κυνηγητού και των διώξεων, της εξορίας, του εμφυλίου και της πολιτικής προσφυγιάς. Η ιστορία της νεότερης Ελλάδας , τα χρόνια των αγώνων και της θύελλας μέσα από τη ρωμαλέα,ευαίσθητη, τρυφερή και σχεδόν μυθιστορηματική γραφή της Κατίνας που έζησε συνταρακτικές στιγμές μαχόμενη σε όλα τα μετερίζια  για μια πατρίδα δίκαιη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.

" Ας πούμε πως αυτή ήταν η εποχή μου και πως δεν την διάβηκα απλώς, αλλά την έζησα στα γεμάτα!"

 Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα , είναι αυτοβιογραφία. Εξομολόγηση ζωής και κατάθεση ψυχής. Χωρίς μελοδραματισμούς  μεταδίδει έναν αέρα αγωνιστικότητας ,περηφάνιας και αξιοπρέπειας  προκαλώντας συγχρόνως  πολύ δυνατά συναισθήματα και συγκινήσεις. 

" Με ρωτάς, τώρα που με βλέπεις ν' ανακατεύομαι με επιχειρήσεις και εμπόρια, πώς έγινε και βρέθηκα στο βουνό. Σου είναι, μου λες, ακατανόητο εγώ, μια κυρία του σήμερα, να ήμουν αντάρτισσα ή - ας το πούμε - "συμμορίτισα", κατά την αγαπημένη έκφραση της τότε εξουσίας.
" Μα πώς; Πώς βρεθήκατε εκεί;; Πώς αντέξατε να κοιμάστε έξω στα χιόνια, τις βροχές και τις θύελλες;" μου λες.
Ξέρεις, κι εγώ απορώ, γιατί ζώντας το σήμερα και τείνοντας - όσο γίνεται - προς τα μπρος, μένει ολοένα και πιο πίσω το παρελθόν. Μόνον στον τόπο μου ζωντανεύει, τις νύχτες, αν τύχει να βαδίζω μόνη σε έρημο δρόμο. Τότε δεν νιώθω ξέγνοιαστα. Τα βήματά μου γίνονται από μόνα τους ανάλαφρα και βιαστικά και στο σκοτάδι οι σκιές του παρελθόντος μού τεντώνουν τις αισθήσεις. Κι όταν στρίψω στη γωνιά και μπω στο παλιό σοκάκι με τον ξύλινο φράχτη δεξιά, κι αντικρίσω πίσω του βουβό κι εγκαταλειμμένο το μικρό πλίθινο σπίτι με την κεραμιδένια στέγη γυρτή ως χαμηλά και την πετούγια στην γκρίζα πόρτα σκουριασμένη κι ακίνητη, λες και κρατάει κλειστή την ιστορία του, τότε...νιώθω πως αυτό κι εγώ είμαστε δυο εναπομείνατες μάρτυρες της εποχής μας που πέρασε.
Και οι άλλοι; Τι έγιναν οι άλλοι;
Με πνίγει ένα βούρκωμα και κάτι σαν βουητό ανεβαίνει μέσα μου, θαρρείς φωνή είναι του χρέους να πισωγυρίσω στο χρόνο, ένα χρέος απέναντι στο χτες και στο αύριο κι απέναντι σ' εσένα, νέο παιδί τού τώρα, που με ρωτάς."

Κατίνα Λατίφη, Τα απόπαιδα, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1999

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017