Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Και διηγώντας τα

Γιάννης Ρίτσος, ακουαρέλα (1939)

Έτσι που ξέπεσαν οι ανθρώποι, οι ιδέες, οι λέξεις, μήτε πια που νοιαζόμαστε
για παλιές ή πρόσφατες δόξες, για βιογραφίες του Αριστείδη· κι αν κανένας
κάνει καμιά φορά να θυμηθεί τους Τριακοσίους ή τους Διακοσίους, μεμιάς οι άλλοι
τον σταματούν με περιφρόνηση, η σκεπτικισμό τουλάχιστον. Μα κάποιες ώρες σαν και τούτες,
που ξανοίγει ο καιρός, - μια Κυριακή, σε μια καρέκλα, κάτω απ' τους ευκάλυπτους,
μέσα σε τούτο το αδυσώπητο φως, - μια μυστική νοσταλγία μάς κυριεύει
για τις παλιές λαμπρότητες - κι ας τις λέμε φτηνές. Σαν ξεκινούσε η πομπή με τα χαράματα -
ο σαλπιγκτής μπροστά και πίσω τ' άρματα κατάφορτα κλώνους μυρτιάς και στεφάνια,
ύστερα ο μαύρος ταύρος, πάρα πίσω οι έφηβοι με υδρίες κρασί και γάλα
για τις σπονδές των νεκρών, κι ωραίες φιάλες με αρώματα και λάδι -
Μα πιότερο θαμβωτικό, στο τέλος τέλος της πομπής, ντυμένος ολοπόρφυρα,
ο άρχοντας των Πλαταιών, που ολοχρονίς δεν του επιτρεπόταν
ν' αγγίξει σίδερο και να φορέσει άλλο από άσπρα,τώρα στα ολοπόρφυρα
και με μακρύ σπαθί στη μέση, να διασχίζει μεγαλόπρεπα την πολιτεία
κρατώντας μιαν υδρία απ' τα δημόσια σκεύη, ως τους τάφους των ηρώων.
                                                                                          Κι όταν,
μετά το πλύσιμο των επιτάφιων στύλων και τις πλούσιες θυσίες, εσήκωνε
το κύπελλο με το κρασί και χύνοντάς το στους τάφους, απάγγελνε:
"Παρουσιάζω το κύπελλο τούτο στους γενναιότατους άντρες, που πέσανε
για την ελευθερία των Ελλήνων", - ρίγος μέγα διαπερνούσε τους γύρω
δαφνώνες
ρίγος που ακόμη ως τώρα διαπερνά τα φύλλα ετούτων των ευκάλυπτων
κι αυτά τα μπαλωμένα ρούχα, τα πολύχρωμα, τ' απλωμένα στο σκοινί
          της μπουγάδας.
                                                                                              Λέρος, 22.ΙΙΙ.68
Γιάννης Ρίτσος , Επαναλήψεις - Β΄, Ποιήματα τ.Ι, Κέδρος 1989

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Το ψαράκι της γυάλας

Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δυο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».
Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.
Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν».
Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.
«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».
Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του.
Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.
— Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
— Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.
— Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
— Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω.
— Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.
Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό, 
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν. Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

                                                                                             Μάριος Χάκκας



Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

" Ο έρωτας και το πάθος στ' αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας", το περιοδικό Φαντάζιο και ο Τάσος Λειβαδίτης.

Πορτραίτο του Τάσου Λειβαδίτη από τον Γιάννη Ρίτσο ( Άη - Στράτης, 6.2.1951) 
( Περιοδικό η λέξη, νοέμβρης - δεκέβρης '95, ειδικό τεύχος)

Το 1969 , μέσα σε συνθήκες σκληρής δικτατορίας, οι Εκδοτικές επιχειρήσεις Τερζόπουλου εξέδωσαν το περιοδικό Φαντάζιο , το οποίο κυκλοφορούσε κάθε εβδομάδα και απευθυνόταν κυρίως στους νέους. Στις επιχειρήσεις του Τερζόπουλου κατέφυγαν πολλοί αριστεροί δημοσιογράφοι και συγγραφείς σε αναζήτηση εργασίας μετά την επιστροφή τους από την εξορία ή την αποφυλάκισή τους. 
Ανάμεσα στους πολλούς και ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης. Το 1969 πήγε στα γραφεία του Φαντάζιο και ζήτησε εξωτερική συνεργασία χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θα μπορούσε να προσφέρει σε ένα νεανικό περιοδικό. Διευθυντής σύνταξης του περιοδικού ήταν ο Γιάννης Μπακογιανόπουλος. 
Αυτός και ο Τάσος Λειβαδίτης κατέληξαν μετά από συζήτηση να παρουσιάσουν μια σειρά από πορτρέτα Ελλήνων λογοτεχνών, τα οποία άρχισαν να δημοσιεύονται σε σειρά από το Μάρτιο του 1969 " γραμμένα με ενάργεια, ζωντάνια και καλλιέπεια, που μπορούσαν να διαβαστούν από όλους, αλλά και να ικανοποιήσουν τους πιο απαιτητικούς". Ο Λειβαδίτης υπέγραφε με το ψευδώνυμο Α. Ρόκος επιθυμώντας την ανωνυμία του επειδή  ήταν επιφυλακτικός για την αξία των πορτρέτων.
Μετά το τέλος αυτής της δουλειάς, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος πρότεινε στον ποιητή να αποδώσει συνοπτικά  για τους αναγνώστες του περιοδικού ένα σπουδαίο και διάσημο μυθιστόρημα σε κάθε τεύχος. Καθώς ο Τάσος Λειβαδίτης δεν γνώριζε καλά ξένες γλώσσες, διάβαζε την ελληνική μετάφραση του κάθε μυθιστορήματος και το συμπύκνωνε ανάλογα με το μέγεθος του πρωτότυπου. 
Έτσι ο Λειβαδίτης με πολλή δουλειά, ικανότητα και εντιμότητα απέδωσε τα κλασικά και μεγάλα μυθιστορήματα της αγγλικής, αμερικάνικης, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής και ρωσικής λογοτεχνίας. Η αρχή έγινε με την Άννα Καρένινα τον Ιούνιο του 1969 στη σελίδα του Φαντάζιο με τον τίτλο " Ο έρωτας και το πάθος στ' αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας".

" Δεν είναι απλά τα πράγματα, όταν σκεφτεί κανείς πως ένας μέγιστος ποιητής, την εποχή της Χούντας, με το όνομά του απαγορευμένο, αναλαμβάνει ένα τόσο τρομερό εγχείρημα, για ένα λαϊκό - τι άστοχη λέξη - περιοδικό. Να συνοψίζει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα μάλιστα, κάθε εβδομάδα."

Η δουλειά του Τάσου Λειβαδίτη είναι εξαιρετική και η ανάγνωση αυτών των περιλήψεων μαρτυρά ότι ο ποιητής σεβάστηκε το πρωτότυπο κείμενο και τον δημιουργό του και στην ουσία συνδημιούργησε το κάθε μυθιστόρημα με αριστοτεχνικό τρόπο. Λέξεις, διάλογοι, περιγραφές, ήθος , ατμόσφαιρα και εποχή προκαλούν συγκίνηση και κατορθώνουν να κάνουν προσιτά σε μεγάλο κοινό πολυσέλιδα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 

" Είναι αδύνατον να μη συλλογιστεί κανείς τον άλκιμο αυτό άντρα, είκοσι περίπου χρόνια πριν πεθάνει, να μην βασανίζεται στις εξόδους του, στις συναναστροφές του, στον ύπνο και στον ξύπνιο του, για τις λέξεις, τις ατμόσφαιρες, τις σχέσεις των ηρώων, του μυθιστορήματος που συνέβαινε να δουλεύει τη συγκεκριμένη στιγμή. Σε βαθμό που να λογαριάζεις σήμερα ως ευλογημένους τους ανθρώπους που τύχαινε να συναντηθούν μαζί του, ενώ, δηλαδή, ο Λειβαδίτης ήταν βυθισμένος στη δουλειά της διασκευής. Δουλειά που θα πρέπει να ήταν αδιάλειπτη, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, καθώς οι τριάντα ( είκοσι επτά για την ακρίβεια) χειρόγραφες σελίδες του κάθε εβδομαδιαίας συνέχειας προϋπόθεταν μόχθο, ενιαίο, συμπαγή, αδιαίρετο. Αν του αναγνώστη του κόβεται συχνά η ανάσα με τα ιλιγγιώδη βάθη που αγρυπνούν μέσα στα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για ένα δημιουργό, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης που είχε συνείδηση των μυστικών και των κλειδιών του γραψίματος, η αναμέτρηση του με τα σχετικά κείμενα θα πρέπει να τον είχε στοιχειώσει καθηλωτικά, ολοκληρωτικά."

Ο Θανάσης Νιάρχος τα βρήκε και τα παρέδωσε με το όνομα του ποιητή. Ο Θανάσης Καστανιώτης  εξέδωσε το 2008 τον πρώτο τόμο με τίτλο " Μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς". 
Το κείμενο της ανάρτησης βασίστηκε στον πρόλογο του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου" Μικρό χρονικό" και στο Επίμετρο του Θανάση Νιάρχου "Σαράντα χρόνια μετά".


Μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ, Λέρμοντοφ. Συνοπτική απόδοση των αριστουργημάτων τους από τον ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Σαρλό, ο μικρός αλήτης

Δεν είναι γνωστό με ακρίβεια πού γεννήθηκε ο Σαρλό. Μερικοί ισχυρίζονται πως είδε το φως στο Λονδίνο μια μέρα με ομίχλη, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως αυτό έγινε την άνοιξη σ' ένα χτήμα στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Πολλές άλλες πόλεις διεκδικούν την τιμή πως στάθηκαν γενέτειρές του. Μήπως κανένα βράδι, στο σούρουπο, κατέβηκε απ' τα σύννεφα;
Όταν ο Σαρλό ήτανε μικρός, τον στείλαν στο σκολιό. Μα ο δάσκαλος, ένας χοντρός άνθρωπος που κρατούσε μια τρομερή βέργα, δεν τον αγαπούσε. Τον θεωρούσε πάντα αφηρημένο. Ο Σαρλό αποφάσισε να φύγει. Περίμενε να νυχτώσει, κι άμα σκοτείνιασε για καλά, πέταξε τη σάκα του σ' ένα θάμνο, έκοψε ένα κλωνάρι από λεφτοκαριά και τράβηξε κατά το μεγάλο δρόμο. Γύρισε πίσω και είδε μακριά ένα παράθυρο φωτισμένο από μια λάμπα. Ήταν το σπίτι των γονιών του. Του είπε "έχε γεια" με μια μικρή χειρονομία, γαύγισε για τελευταία φορά θέλοντας ν' αποχαιρετίσει το σκυλί κι' έκλεισε τα μάτια του. Περπάτησε όλη τη νύχτα.
Δεν είχε τολμήσει ποτέ του ακόμα ν' αντιμετωπίσει τη σκοτεινιά, γιατί φοβόταν όλα τα φανταστικά όντα που ζουν μες στο σκοτάδι. Του είχαν μιλήσει πολλές φορές για λύκους που τρώνε τα παιδιά, για πουλιά του θανάτου και γι' αρκούδες σκληρές...Αφού βάδισε πολλά χιλιόμετρα, άνοιξε τα μάτια του διάπλατα. Γύρω του απλωνόταν μια μεγάλη πεδιάδα κι' αποπάνω του ο ουρανός. Σήκωσε το κεφάλι και είδε μιλιούνια αστέρια που έλαμπαν τόσο χαρούμενα, ώστε θα νόμιζε κανείς πως κελαϊδούσαν.
Ο Σαρλό δεν είχε ακόμα ποτέ του ιδεί ούτε ακούσει ούτε ανασάνει τη νύχτα. Δεν είχε ποτέ του, επιπλέον, υποφέρει από τη νύχτα κι' απ' το σύντροφό της το κρύο.
Μα ο Σαρλό ήταν μαγεμένος απ' την ανακάλυψή του. Η σιωπή τον τριγύριζε και τον τρόμαζε. Ο κόσμος που ήθελε να διατρέξει τού φάνηκε απέραντος και θαυμαστός. Ένοιωθε απέραντη χαρά βαδίζοντας πέρα, ολομόναχος, άφοβος και λεύτερος, και αυτήν την πρώτη νύχτα ήταν που ο Σαρλό ένιωσε να ξυπνάει η αληθινή ψυχή του.
Στη μέση του ουρανού κρεμόταν το αχνό φεγγάρι που πότε έμοιαζε με μια κεφάλα ολοστρόγγυλη και χαμογελαστή, πότε με γνώριμο ζώο, πότε με χοντρή στάλα νερό που γλίστραγε στον ουράνιο θόλο.
Ο Σαρλό τού υποσχέθηκε να γίνει φίλος του.
Το φεγγάρι, σιωπηλό όπως πάντα, αποκρινόταν ρίχνοντας στο δρόμο του την πιο ωραία και την πιο πιστή του αχτίδα. Προπορευόταν απ' το Σαρλό που φοβόταν, ακόμα, λίγο το σκοτάδι και που κινδύνευε να πέσει σκοντάφτοντας απάνω στα χαλίκια.
Τ' αστέρια τον συνόδευαν κι' αυτά. Φαίνονταν σα να του μισόκλειναν το μάτι και να του τραγουδούσαν: Είμαστε δω, όλα μας, αμέτρητα, φίλοι σου για πάντα. Ο Σαρλό, συντροφιά με όλες αυτές τις ελπίδες, βάδιζε, όλο βάδιζε, αποτραβώντας τις άκρες των ποδιών του για να μην πατήσει την καινούργια του φίλη, την αχτίδα του φεγγαριού.
Ο Σαρλό δε φοβόταν τίποτα πια. Η νύχτα ήταν στο εξής φιλική. Όλο το πλήθος των σκιών, που είναι υπήκοοί της, σιωπούσε. Τα δέντρα, που κάνουν τρομαχτικές χειρονομίες με τα κλαδιά τους και που μπορούν τη νύχτα να μεταβληθούν σε ληστές, σε ζώα ή σε διαβόλους, του έδειχναν ευγενικά τον καλό δρόμο και του άπλωναν μια σκέψη για το κεφάλι του.
Ο Σαρλό ξαπλώθηκε και κλείνοντας τα μάτια του αποκοιμήθηκε. Ο αέρας, που καπλάζει σφυρίζοντας κι' ουρλιάζοντας με το κρύο πισωκάπουλα, πρόσεχε να μην ταράξει τον ύπνο του. Η πιστή αχτίδα του φεγγαριού είχε ακουμπήσει στο προσκέφαλό του κι αποφάσισε να παίξει το ρόλο της καντήλας, αγαπημένης των παιδιών.
Γύρω απ' τον κοιμισμένο Σαρλό γαλήνευε η νύχτα. Ένα ένα τ' αστέρια έσβυναν και η αχτίδα του φεγγαριού γλίστρησε και χάθηκε.
Ο Σαρλό, που είχε περπατήσει πολλή ώρα, κοιμόταν βαθιά.
Άνοιξε τα μάτια νιώθοντας λίγη ζέστη στο χέρι του. Στην αρχή νόμισε πως τον είχε γλείψει το σκυλί του. Αλλά ήταν μια αχτίδα του ήλιου. Ο Σαρλό έτριψε τα μάτια και θυμήθηκε τη φυγή του. Κοίταξε  γύρω του και είδε το μεγάλο δρόμο που φιδοσερνόταν  μες στα χωράφια. Γύρισε πίσω κι' είδε ένα μεγάλο δάσος. Κοιμόταν στην άκρη των μεγάλων δασών.
Ο Σαρλό δεν είχε δει ακόμα ποτέ του τόσο ωραίο δάσος. Το στεφάνωσε ο ήλιος.
Ο μικρός αλήτης πλησίασε με σέβας κορμούς δέκα φορές χοντρότερους απ' αυτόν, που στη σκιά τους φύτρωναν μικρά φυτά πράσινα και γαλάζια. Το φως που χόρευε γύρω από τα δέντρα, που σκαρφάλωνε στα δέντρα, φώτιζε τα λουλούδια που ξεπρόβαλλαν απόνα θάμνο.
Ο Σαρλό πλησίαζε με μικρά βήματα το μεγάλο φωτεινό μυστήριο. Ανάσαινε τις μυρωδιές που ανέβαιναν από το χώμα και που ροβολούσαν απ' τα ψηλότερα λόγγα. Κόντηνε τα βήματά του για να μην ταράξει την άπειρη σιωπή του δάσους.
Πέρα μακριά, δεν ήξερε κανένας ποια παράξενη κίνηση σάλευε την κορφή των δέντρων. Σε κάθε βήμα του γινόταν ένα θάμα. Πότε ήταν ένα πουλί που πετούσε σιωπηλά, πότε ένα κράξιμο που ξέσκιζε τη γαλήνη, πότε ένα λουλούδι πιο κόκινο που σταματούσε το βλέμμα του μικρού.
Κουρασμένος, συντριμμένος απ' αυτή τη μεγαλοπρέπεια, ο Σαρλό, κάθισε χάμου. Διακριτικά έντομα έτρεχαν βιαστικά σε μια άγνωστη δουλιά. Ο Σαρλό έσκυψε και είδε πλήθος μερμήγκια γύρω από μια τρύπα. Άλλα κουβαλούσαν βάρη μεγαλύτερα απ' τα ίδια, άλλα τα έσπρωχναν και άλλα έτρεχαν σ' αντίθετη κατεύθυνση, προς ένα θησαυρό που δε φαινόταν.
Ο Σαρλό τα παρατήρησε πολλή ώρα.
Έπειτα έκοψε ένα φρούτο, γιατί πεινούσε. Ξανάρχισε να περπατεί, παραμερίζοντας τα κλαδιά. δεν ήξερε κατά πού να τραβήξει. Αλλά ένας μικρός ήχος, ίσως το λάλημα ενός ασημένιου κουδουνιού, έφτασε στ' αυτιά του. Ο ήχος μεγάλωνε και τον καλούσε.
Προχώρησε και του φάνηκε πως οι ήχοι έρχονταν να τον συναντήσουν. Το χορτάρι ήταν πιο πράσινο και τα δέντρα πιο ρωμαλέα. Σε λίγο είδε από μακριά να ξεπηδάει απόνα βράχο μια πηγή κελαρυστή. Κοντά της ήταν ματωμένα πουλιά.
Ο Σαρλό έσκυψε κι' ήπιε όπως πίνουν στις βρύσες. Δεν του έτυχε ποτέ του ως τότε να βρεθεί στο ανάβρυσμα μιας πηγής.
Άκουσε. Είδε. Θάματα γεννιόνταν από κει. Γινόταν η βροχή, ο αέρας, το φως, τα χαμόγελα, η νύχτα, το φεγγάρι, οι αχτίδες του ήλιου, τα τραγούδια των πουλιών, η ευθυμία, μια έκπληξη, πετάγματα, χαιρετισμοί, η ζέστη που διαδεχόταν τη δροσιά, όλες οι ανταύγειες του κόμσου.
Ο Σαρλό κοιτούσε αχόρταγα το θέαμα που έθρεφε την πηγή. Ήταν σκυμμένος απάνω της. Καμμιά φορά σήκωνε το κεφάλι του και κοίταζε το δάσος. Απλωνόταν ολόκληρο μπροστά στα μάτια, γυρμένο απαλά σ' ένα λόφο. Και πότε ήτανε σαν καταχνιά, πότε φούσκωνε από βαθύχρωμη πρασινάδα και κάποτε πάλι σκοτείνιαζε και γινόταν ανάμνηση.
Ο Σαρλό αναγνώρισε την άνοιξη και το καλοκαίρι, αναγνώρισε ακόμα το χινόπωρο και το χειμώνα.
Περίμενε. Δεν ερχόταν κανένας. Ήταν ολομόναχος στη μέση του δάσους και ο καιρός κυλούσε. Ο Σαρλό δεν κουραζόταν να κοιτάει το κύλημα του νερού.
Νόμιζε πως είχαν κυλήσει μερικά λεπτά και μερικές σταγόνες. Αλλά στην πραγματικότητα, είχε μείνει κοντά στην πηγή πολλά χρόνια. Δεν είχε μεγαλώσει και τόσο, μια το θέαμα στο οποίο είχε παρασταθεί τόσες φορές τον είχε διδάξει όλα όσα δε μαθαίνουν ποτέ στο σκολιό.
Έφυγε με θλίψη απ' την πηγή, αλλά η ίδια τον συμβούλευε να συνεχίσει το δρόμο του. Παραμέρισε τα κλαδιά των θάμνων και ανέβηκε το λόφο. Στο δρόμο του αντάμωσε θεόρατα δέντρα που η κορφή τους φαινόταν να χάνεται στα σύγνεφα. Είδε σε απόσταση  μεγάλα ελάφια που προγκούσαν στο ζύγωμά του. Δε φοβόταν πια, γιατ' ήξερε το δάσος και το αγαπούσε.
Όταν έφτασε στην κορφή του λόφου που δέσποζε σ' όλη τη γειτονική περιοχή, ο Σαρλό κάθισε και κοίταξε γύρω του.
Πέρα μακριά, είδε το χωριουδάκι απ' όπου είχε κινήσει, ξεχώρισε το σπιτάκι των γονιών του, αλλά γρήγορα γύρισε τα μάτια του αλλού.
Μια πεδιάδα απέραντη απλωνόταν μπροστά του. Φαινόταν μεγάλες κηλίδες κόκινες και μαύρες, που ήταν πολιτείες. Φαινόνταν μικροί ήσυχοι λόφοι κι' ένας μεγάλος ποταμός, ο γιος της πηγής, ένας γίγαντας που έτρεχε μες απ' τα χωράφια, και δίπλα του ένας άσπρος δρόμος που τον ακολουθούσε.
Μακριά, πολύ μακριά βρισκόταν μια άλλη πεδιάδα ασπροπράσινη, που έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο. Φαινόταν ατέλιωτη. Εκεί σ' αυτήν την γαλαζωπή και κινούμενη χώρα θέλησε να πάει ο Σαρλό και σηκώθηκε για να εκπληρώσει το σκοπό του.
Βάδισε πολλές μέρες και πολλές νύχτες ακολουθώντας το ποτάμι. Άμα κουραζόταν  ή νύσταζε, ξαπλωνόταν στο χορτάρι της ακροποταμιάς.
Θυμόταν την πηγή, που αμέτρητα μηνύματά της τού διαβιβάζονταν με τις χίλιες ανταύγειες του ποταμού. Ήταν μια μουσική αναμνήσεων. Τα ψάρια γλιστρούσαν ανάμεσα στα καλάμια και οι αχτίδες του ήλιου έπαιζαν με τα υδρόβια έντομα.
Ο Σαρλό δεν έχανε το θάρρος του, με όλη την πείνα που τον θέριζε συχνά. Έμαθε να παλεύει μαζί της καθώς και με το σύντροφό της το κρύο.
Κι όλο σκαρφάλωνε λόφους.
Μέρες και μέρες πέρασαν. Ο Σαρλό βάδιζε πάντα. Μια βραδυά άκουσε ένα σφύριγμα διαρκείας κι ένας δυνατός αέρας τον χτύπησε στο λαιμό. Με το πέρασμα του αέρα τα χείλη του αρμυρίσαν.
Βάδισε ώσπου νύχτωσε, γιατί άκουγε όχι μακριά του ένα μεγάλο μονότονο θόρυβο. Είχε κουραστεί πια με το παραπάνω, γιατί έπρεπε να τραβάει ενάντια στον αέρα, που γινόταν όλο και πιο απότομος και δυνατός. Ο Σαρλό δεν έβλεπε τίποτε πια και ο κρότος μεγάλωνε. Ξαπλώθηκε στο έδαφος που ήταν μαλακό: άμμος ψιλός όπου ήταν καλά να κοιμηθεί κανείς παρ' όλο τον κρότο. Θάλεγε κανείς πως χαλούσε ο κόσμος και όμως αυτή η βουή θύμιζε στο Σαρλό το τραγούδι της πηγής. Λικνισμένος απ' αυτή την ανάμνηση κι απ' τον αέρα που είχε ησυχάσει, αποκοιμήθηκε.
Όταν ο ήλιος τού άνοιξε τα μάτια, ο Σαρλό νόμισε πως ονειρευόταν. Μπροστά του ένα τεράστιο υδάτινο στρώμα, που το σύγκρινε με λίμνη, απλωνόταν απεριόριστο. Στην αρχή φοβήθηκε, γιατί κύματα όμοια με άλογα παράφορα φαινόνταν σα νάθελαν να χιμήξουν απάνω τους. Συνήθισε σιγά σιγά μ' αυτά τα σύρε κι έλα του νερού κι' ύστερα μαγεύτηκε από τα παιχνίδια του ήλιου και των χρωμάτων.
Ο Σαρλό δεν είχε δει ποτέ του ακόμα θάλασσα.  Αφού έτριψε με περίσκεψη τα μάτια του, κάθισε στη χρυσή αμμουδιά και κοίταξε.

Παραστάθηκε στα θάματα της αυγής.
Έφυγε πάλι. Γιατί ο Σαρλό πρέπει πάντα να φεύγει. Είναι σ' αυτόν σα μια κλήση. Τίποτε δε μπορεί να τον συγκρατήσει, γιατί ξέρει πως πέρα, μακρύτερα, τον περιμένει κάτι καινούργιο.
Ανακαλύπτει τον κόσμο. Η νιότη του είναι η ανακάλυψη του κόσμου. Γνωρίζει τώρα τη νύχτα, το κρύο, τον ήλιο, το δάσος, τον ουρανό και τα σύγνεφα, τα έντομα, την πηγή, τα πουλιά, το ποτάμι, τον αέρα και τις εποχές, γνωρίζει τη θάλασσα.
Μονάχα τους ανθρώπους δε γνωρίζει. Είναι νέος ακόμα.
Φεύγει ο Σαρλό. Αφήνει την ακροθαλασσιά. Ακολουθάει τους δρόμους που γειτονεύουν με τις αμμουδιές. Προχωρεί στην εξοχή. Σκαρφαλώνει στα βουνά. Περιμένει να βραδιάσει. Νυχτώνει. Ξημερώνει. Κοιμάται έξω. Τρέχει, γιατί πεινά.
Ο Σαρλό δεν είναι παιδάκι πια, γιατί ξέρει πώς να πολεμάει τους εχθρούς που έρχονται απ' ολούθε.
Του αρέσει αυτός ο αγώνας. Είναι λεύτερος χωρίς να το ξέρει. Λεύτερος στις κινήσεις του και στα λόγια του. Μπορεί να τραγουδήσει άμα θέλει. Κάνει ό,τι γουστάρει.
Ο Σαρλό είναι πολύ νέος.


Από τη μυθιστορηματική βιογραφία του Φιλίπ Σουπώλ, Σαρλό, σε μετάφραση Γ. Κοτζιούλα και τις εκδόσεις  Λογοτεχνική Γωνιά , χωρίς χρονολογία

Ο Σαρλό, κατά κόσμον Τσάρλι Τσάπλιν, ήρθε στον κόσμο στις 16 Απριλίου 1889

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο-σκαραβαίος 
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου 
ο Απρίλης που ένιωσε ν' αλλάζει φύλο 
της πηγής το μπουμπούκι ό,τι που ανοίγει

Το χειράμαξο γέρνοντας με το 'να πλάι 
μια χρυσόμυγα που άναψε φωτιά στο μέλλον 
του νερού η αόρατη αορτή που πάλλει 
και γι' αυτό ζωντανή κρατά η γαρδένια

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικόσιτα της Nοσταλγίας 
τα λουλούδια τα νήπια της βροχής που τρέμουν 
τα μικρά και τετράποδα στο μονοπάτι 
τ' αψηλά στους ήλιους και τα ρεμβοκίνητα

Τα σεμνά με την κόκκινη αρρεβώνα 
τα κομπάζοντας έφιππα μες στους λειμώνες 
τα σε καθαρό ουρανό εργασμένα 
τα στοχαστικά και τα χιμαιροποίκιλτα


Το Κρίνο, το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί 
ο Μενεξές, η Πασχαλιά, ο Υάκινθος 
το Γιούλι, το Ζαμπάκι, το Αστρολούλουδο

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Οι άλλοι άγιοι

                   
                  Εικονογράφηση Δημ. Σακελλαρίδη
Γύριζε απ’ τα χωράφια βράδυ – νύχτα, πάχνιζε τη γρηά μας φοράδα, έπειτα ανέβαινε κουρασμένα τα σκαλοπάτια. Εκείνος μούγκριζε από τους πόνους, είχανε σαπίσει πια οι πληγές του. Τον έπλυνε με νερό της βρύσης και τον άλειβε λάδι μαλακά – απαλά. Τότε γλύκαινε το λιγνό του πρόσωπο, μέρωνε. Δεν της μιλούσε, μονάχα έπλεκε τα χέρια στο στήθος κ’ ήθελε να του δυναμώσει το φως
Εμείς περιμέναμε νυσταγμένοι, ο μικρός κουτούλαγε κ’ έκλαιγε μες στο μισοΰπνι του. Μας μοίραζε το ψωμί σιωπηλά με κείνες τις τρυφερές της κινήσεις, ο παππούς πάντα του άπλωνε τη φούχτα κάτω απ’ τα γένεια του μην πέσουν τα ψίχουλα κι αμαρτήσει.
Από δίπλα εκείνος αναστέναξε άγρια, οι πόνοι τον λιάνιζαν, κάθε τόσο κι’ έβγαζε φωνή:
- Εχ Γεωργίααα! Καίγουμαι ! Νερό!
Η μάνα έμενε στο κρεβάτι του ως αργά, κάθουνταν άκρη – άκρη και τούβρεχε τις πληγές, ούτε μίλαγε.
Ακούγαμε τον πατέρα που θύμωνε, άρχιζε πάλι να βλαστημάει με λύσσα και να καταριέται Αλβανία, πολέμους, στρατηγούς, προδότες, νοσοκομεία.
- Αχ Γεωργία! Έτσι, έτσι σας λέω μάς πέταξαν.
Έγραφε με το μπράτσο του μιαν εκφραστική χειρονομία, ανασηκωνόταν ερεθισμένος, ο ιδρώτας πετάγουνταν χοντρά σπυριά.
- Έτσι σας λέω. Πάτε από εδώ, τα νοσοκομεία χρειάζουνται για μας!
Έλεγε που γέμισεν η Αθήνα λαβωμένους, άλλος διακόνευε, άλλος έτσι, άλλος έφευγε και χάνουνταν.
Πώς κατάφερε κ’ ήρθε! Τρίκλιζε, τα μπαστούνια βρόνταγαν στις πέτρες του δρόμου, στάθηκε στην αυλή, έκλαιγε, έκλαιγε σαν χελιδόνι. Η Μάνα τον πήρε απ’ το χέρι κι αργά – αργά τον έφερε στο κρεβάτι. Τον κράταγε σφιχτά πάνω της, σιωπηλή, σοβαρή, ο κόσμος ένοιωθε σαν επίσημη ώρα, κανένας δεν σάλευε.
Μονάχα ο παππούς έκανε το σταυρό του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Τώρα ο παππούς είναι Μάνα μας. Εκείνη απ’ το βαθύ χάραμα σέρνει τη γρηά μας φοράδα και φεύγει στα χωράφια, σκάβει, σπέρνει, θερίζει, το βράδυ γυρίζει σιωπηλή, καρτερούμε νάρθει η γλύκα της κ’ η παρηγοριά της.
Ο παππούς κάνει την αναφορά του, φάγαμε δε φάγαμε, παίξαμε δεν παίξαμε, ποιος έσπασε κεφάλι, ποιος έδεσε τενεκεδάκια στα σκυλιά, όμως εκείνη μας κοιτάζει τρυφερά και μοιράζει το ψωμί ίσα σ’ όλους μας, δίκαιους και αμαρτωλούς.
- Αύριο τα λέμε!
Μας φοβερίζει ο γέρος πεισμωμένος.
Εμείς δεν τον πιστεύουμε. Μονάχα που ο πατέρας φωνάζει και κλαίει, εκείνη πηγαινοέρχεται κουρασμένη, τα χέρια της τα τραχειά τρέμουν. Μένει στην κάμαρα του πατέρα πάντα ως τα μεσάνυχτα κι ακόμα.
Η θεία μας η χήρα κατάφερε τον Ιταλό γιατρό και της έδωσε αλοιφές. Δηλαδή όχι το γιατρό μα ένα παλληκαράκι Σικελό νοσοκόμο, ετούτος πάγαινε στης θείας τα βράδυα και τον έλουζε και τούπλεκε μάλλινα.
Η Μάνα κοίταζε μια τη θεία, μια τις αλοιφές. Και απέ τον παππού.
Ο παππούς έσκυβε στη φωτιά, ούτε γύριζε.
Τις άλλες μέρες ο πατέρας ησύχασε, έπεφτε σε βύθος, άφηνε απείραχτες τις βρασμένες πατάτες του μεσημεριού, ούτε ήθελε φως.
Όταν πέθανε, το λιγνό του πρόσωπο έφεγγε μέσα στα μαύρα – γκρίζα γένεια στο νεκροταφείο η Μάνα μας ξέσκιζε τα ρούχα της και ξερρίζωνε τα μαλλιά της.
Έπειτα το σπίτι μας σφραγίστηκε – σιωπή και κλάμα.
Την άνοιξη ακολουθούσαμε και μεις στα χωράφια, ήτανε σκάλος και βοτάνισμα, ως τη νύχτα ζυμώναμε τη γης, η Μάνα μας είχε λιγνέψει κ’ έπλεε μες στο μακρύ μαύρο της φουστάνι.
Εκεί που δούλευε άρχιζε το μοιρολόι, ήτανε ένα λυπητερό, αργό, κυματιστό τραγούδι, στιχάκια – στιχάκια. Μας έπιανε η αγκούσα, πνιγόμασταν. Έρχουνταν μπροστά μας ο πατέρας, εικόνες – εικόνες, πότε με τα χοντρά του μπαστούνια που βρόνταγαν, πότε γερός κ’ ίσος και χαμογελούσε.
Τότε ο μεγάλος αδερφός έσκουζε άγρια.
- Μάνα!
Ήθελε να χυμήξει σα γεράκια να της σφίξει το λαιμό.
Μας έπιανε φόβος και κρύο…
Το βράδυ ο δρόμος ήταν ατέλειωτος. Στο χωριό οι άνθρωποι ησύχαζαν κλεισμένοι από νωρίς στα σπίτια, πάνω στο δάσος του λόφου έφεγγαν τα μικρά φώτα του στρατιωτικού καταυλισμού, ακούγονταν εκείνη η χαρούμενη φυσαρμόνικα με τις ατέλειωτες ναπολιτάνικες μελωδίες. Ο παππούς γέμιζε λάδι το μεγάλο λυχνάρι, μας χάιδευε τα μαλλιά όλο γλύκα.
- Παλληκαράκια μου, παλληκαράκια.
Και μας τάιζε πατάτες και χόρτα.
Θάταν πια φθινόπωρο που πήρανε το δάσκαλο στρατοδικείο κι από κει χάθηκε. Τούτο τον καιρό έφυγε στα βουνά ο Γιωργής του θείου Κυριάκου, ακούγαμε που χάλασε τόνομά του κ’ έγινε καπετάν – Γιώργακας.
Ο παππούς θύμωνε που στάθηκε ο θείος μαλακός και δεν πελέκησε στο ξύλο το γιο του. Χτύπαγε τις γροθιές του στο τραπέζι, οι σακκούλες των ματιών του φούσκωναν. Κι όταν ήρθε ο θείος να μας ιδεί ο παππούς φρούμαζε, δεν τον χωρούσαν τα ρούχα.
- Τ’ είν’ αυτά Κυριακούλη; Εχ μωρέ δεν αποκρίνεσαι;
Ο θείος έσκυβε, γινόταν μια στάλα.
Από κάμποσο είπε:
- Ποιος τον έκανε ζάφτι πατέρα;
Η Μάνα έσφιγγε το μαύρο μαντήλι και σώπαινε. Είμασταν σίγουροι πως συμφωνούσε με τον παππού, μας έπιανε λύπη.
Τις νύχτες σκεφτόμασταν τον Γιωργή, έτσι να κατεβαίνει απ’ τα βουνά, αψηλός, φαρδύς, άγριος, καπετάν Γιώργακας σωστός. Και να ντουφεκάει. Εκειδά πάνω στις ντουφεκιές μάς έπαιρνε ο γλυκός ύπνος.
Όμως γρήγορα μας ήρθαν άλλα βάσανα. Η θεία η χήρα ήθελε να παντρεφτεί το Σικελό της! Αυτή τη φορά ο παππούς λίγο έλειψε να πεθάνει. Την έκλεισε στην κάμαρα του πατέρα μας, ακούγαμε το ραβδί που κατέβαινε στη ράχη της και κείνη ούρλιαζε και χύμαε να τον φάει. Η Μάνα μας τράβηξε τον γέρο, το κορμί του έτρεμε, έκλαιγε. Τον κάθιζε στη γωνιά μα τούτος έκανε να σηκωθεί, πάλευε. Φώναζε, τα μουστάκια του στάζαν.
- Αλλόφυλη! Αμαρτωλή! Φράγκισσα! Αχ, δεν είσαι κόρη δική μου! Πώς θα παντρεφτείς αμαρτωλή;
Η θεία η χήρα είχε φύγει απ’ την πίσω πόρτα, το αίμα πιτσίλισε την αυλή ως κάτου στο δρόμο.
Τις άλλες μέρες ο γέρος έμενε συλλογισμένος, κάθε λίγο και ρούφαγε πρέζα ταμπάκο κι αναστέναζε.
Έλεγε της Μάνας μας:
- Εχ, πούναι τος ο καπετάν – Γιώργακας να της πάρει το κεφάλι της λεβαντίνας!
Η Μάνα τούφερνε πιο κοντά το παλιό κανάτι του κρασιού. Έπινε, η καρδιά του μέρωνε, γέμιζε τρυφερότη και καλωσύνη για τη Μάνα μας. Την κρατούσε απ’ τα χέρια και τάσφιγγε μ’ όλη τη δύναμη των γηρατειών του.
- Εσύ Γεωργία είσαι παιδί μου. Εσύ, αδικημένη και βασανισμένη Γεωργία.
Θέλαμε να πέσουμε πάνω του, να τον αγκαλιάσουμε και να τον φιλούμε ως το θάνατο!
Ο μεγάλος μας αδερφός του διάβαζε ιστορίες για σημεία και τέρατα αγίων. Γαλήνευε, τα μάτια του είχανε μια απαλή ανταύγεια απ’ το φως της ψυχής του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Έλεγε σιγανά κ’ εκεί που πάγαινε να τον πάρει ο ύπνος ρώταγε:
- Έμαθες Γεωργία, πού βόσκει ο χαΐνης, ταγγόνι μου;
Εμείς πεταγόμασταν αράθυμα.
- Ποιος παππού; Ο καπετάν – Γιώργακας;
- Ναι.
- Στα βουνά, στα βουνά, απόσωνε η Μάνα μας και φύσαγε βιαστικά το λυχνάρι να γίνει σκοτάδι.
Μη κι’ έχουν τελειωμό οι βασανισμοί του ανθρώπου;
τον ίδιο καιρό, περασμένες του Σταυρού, μας πήραν στάρια και γεννήματα. Έζωσαν διπλά – τριπλά το χωριό, γέμισαν οι δρόμοι στρατό, πολυβόλα, αυτοκίνητα. Ο Ιταλός κομαντάτης κάθουνταν στην πλατεία, από κει έστελνε ταποσπάσματα στα σπίτια με τη σειρά, έμπαιναν βλαστημώντας κ’ έψαχναν, έξω στις αυλές γίνουνταν σωροί οι καρποί για μπάρκο!
Μήτε παπάς μήτε Πρόεδρος σκάρισε, οι άνθρωποι έμεναν κλεισμένοι κ’ έτρεμαν, πού και πού οι γυναίκες άφηναν σπαραγμούς πνιχτούς. Ώσπου να πεις, είδαμε πούφευγαν τα φορτηγά φορτωμένα ως πάνου κατά την Πολιτεία, ο στρατός τράβηξε απ’ τα καμποχώρια τραγουδώντας, στο δάσος του λόφου πλήθυναν τα φώτα, τα γέλια κ’ οι φωνές. Η Μάνα μας μόλις έγινε ησυχία σηκώθηκε, έσφιξε το μαύρο της μαντίλι, σκούπισε τα μάτια καιμας πήρε στην πίσω αυλή. Ήτανε ο παππούς γερμένος στον φράχτη αμίλητος, αδύνατος, κίτρινος.
Χτύπησε στην πλάτη τη Μάνα μας και χαμογέλασε:
- Βάστα Γεωργία!
Αυτό μονάχα.
Κι από κάμποσο:
- Βαστάτε μωρέ και σεις!
Ο μεγάλος αδερφός τούφερε κρασί και ταμπάκο. Έφερε και της Μάνας σκαμνί να καθήσει που λύγαε να σωριαστεί.
Εκείνη δάγκωνε το μαντήλι κ’ έκλαιγε. Έκλαιγε μ’ αναφυλλητά βαθειά, ματωμένα. Σαν τότε στο νεκροταφείο.
Συλλογιόταν τον χειμώνα που έφτανε χωρίς ψωμί και γεννήματα, εμάς που τρέμαμε όπως τα καλάμια του ποταμού, τον άμοιρο το γέρο, συλλογιόταν μαζί με τα τωρινά βάσανα της κατοχής τα βάσανα όλα της ζωής της – γέννες, θανάτους, φτώχεια, φαρμάκια – συλλογιόταν η Μάνα μας η δούλα κ’ η αγράμματη, αυτή η τσακισμένη και ταπεινωμένη, συλλογιόταν εκείνον που πέθανε απ’ τις πληγές του πολέμου. Εκεί μπροστά της άπλωνε η μοίρα το δίχτυ της, όλους θα μας τύλιγε, θα μας έσφιγγε ως το θάνατο άσπλαχνα.
Ο παππούς έφυγε σέρνοντας τα πόδια.
Τη νύχτα ώρες καθάριζε το παλιό πιστόλι του πατέρα μας ας ήταν και χωρίς σφαίρες.
Κ’ έπινε. Τα μάτια του άστραφταν.
- Απ’ τον παππού σου χαΐνη καπετάν – Γιώργακα! Αμ’ τι!
Έλεγε κι έπινε.
Η Μάνα κρατούσε το πρόσωπό της. Ήτανε δυο λεπτές, πετσαμένες, σκούρες, όλο νεύρα φούχτες. Ήτανε και το πρόσωπό της άσπρο – κίτρινο, έφεγγε μες στο μαύρο μαντήλι της κεφαλής.
Κοίταζε τον παππού, τα μάτια της στάζανε πίκρα κ’ έγνοια.
Ο λύχνος τσίριζε να σβήσει. Τι σκιές που σάλευαν!

Ύστερα απ’ τον Οχτώβρη οι βροχές πνίξανε τον τόπο. Ο μικρός μας αρρώστησε, μήτε φάρμακο είχαμε μήτε ψωμί. Εκείνη γύριζε ολημερίς κ’ έσκαβε στις λάσπες για ρίζες, χόρτα και τέτοια. Μας έφερνε προκηρύξεις, μαζευόμασταν γύρω στη φωτιά, ήτανε ησυχία, ο μεγάλος μας αδερφός τις διάβαζε φωναχτά λέξη – λέξη, βλέπαμε τον παππού που έσκυβε με προσοχή, η Μάνα στέκουνταν από πάνου κι αφουγκράζουνταν. Όταν εμείς φεύγαμε για ύπνο, ο παππούς κάθιζε αντίκρα του τον μεγάλο αδερφό, τον έβανε πάλι και πάλι να του διαβάζει τα χαρτιά, πάσκιζε να τα ξηγάει κατά πού ένοιωθε, έπινε αγάλια – αγάλια, ρώταγε πότε τούτο πότε κείνο.
Τούτα τα φύλλα δεν ήσαντε σαν τα γράμματα της εκκλησίας.
- Αχ, άλλο, άλλο είναι!
Κι αναστέναζε.
- Τι λες Γεωργία; Ε;
Εκείνη τούλεγε για οργάνωση, τέτοια.
- Όχι, όχι. Άλλο είναι Γεωργία!
Τράβαγε τα μουστάκια του με πείσμα.
Από μέρες, φώναζε της Μάνας πως το βρήκε. Έκανε σα μωρό.
- Ξέρεις Γεωργία τείναι; Να δώσουμε ό,τι έχουμε. Πώς θα γίνει ελευθερία και δίκιο; Πώς;
Η Μάνα μας χαμογελούσε, ούτε τούλεγε πως από μέρες είχε στείλει στα βουνά κουβέρτες και ρούχα, ακόμα και τασπρικά της.
Η Μάνα ποτέ δεν έλεγε στον παππού πως εδώ στο χωριό ήτανε επιμελητεία, πως ο θείος Κυριάκος είχε πεθάνει κρεμασμένος απ’ το κεφάλι στη γης, πως είχαν χωθεί απ’ τους ραβδισμούς λουρίδες πουκάμισο στις πλάτες του. Ήξερε πως ο γέρος μπορεί να μη τάντεχε, νάσπαζε η καρδιά του. Κ’ ήθελε πολύ να τον έχει, ήθελε και για τον εαυτό της και για κείνον και για μας.
- Αυτό είναι! Να δώσουμε!
Τον αγκάλιαζε και του χάιδευε τάσπρα γένεια.
Εκείνος ζούσε τον θρίαμβο, άστραφτε.
Δεν αποζήταγε πια σημεία και τέρατα αγίων. Τι νάβρισκε στα χαρτιά; Εδώ ήτανε, σε τούτο τον κόσμο τα μεγάλα σημεία. Σαν εκείνα των Φώτων!
Παραμονή νύχτα, έτσι ξαφνικά άρχισε ντουφέκι στον καταυλισμό του λόφου. Ο παππούς μάς σώριασε στο ντάμι χαμηλά, το στενό παράθυρο το φώτιζαν αστραψές, σειόταν το σπιτάκι μας απ’ τις ρίζες. Εμείς κλαίγαμε και χώναμε το κεφάλι βαθειά στις κοπριές. Η Μάνα μας αγρίευε, όλο κι άνοιγε χαράκι την πόρτα κι αφουγκραζόταν κατά το δρόμο. Σαν νακούγονταν τρεχάλες, πνιχτές βιαστικές φωνές.
Στο λόφο τα πολυβόλα γάζωναν νευρικά, έσκαγαν χειροβομβίδες δαιμόνοι, στα πλάγια του λόφου ήτανε φώτα άσπρα, κόκκινα, κίτρινα. Ο παππούς προσκύναε τον αη – Γιώργη, έλεγε προσευχές, βλαστήμαγε, κάθονταν δίπλα στο παχνί της φοράδας και μας κράταγε απ’ τις πλάτες.
- Βάστα καπετάν – Γιώργακα!
Κ’ έσφιγγε τις γροθιές του φοβεριστικά.
Την άλλη μέρα δε λειτούργησε ο παπάς.
Μας μάζεψαν στο χωράφι του σχολειού, είμαστε σύψυχο το χωριό, άντρες, γυναίκες, εμάς τα παιδιά μας στρίμωξαν στις κάμαρες του σχολειού.
Ακούγαμε φωνές, κλάματα, βρισές, ντουφεκιές.
Ως το μεσημέρι που έπιασε δυνατή, δαρτή βροχή.
Μάθαμε ύστερα πως η Μάνα μας στέκουνταν σφιγμένη στο μακρύ της μαύρο φουστάνι, μονάχα τα μάτια της φαίνουνταν απ’ το κεφαλοδέσιμο. Πως είχε μια περηφάνεια πάνω της καθώς βάδιζε μες στις λάσπες προς τον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Μάθαμε πως γύρισε κ’ είδε τους άλλους, τους κοίταξε όλους αργά – σιγά, τους χαμογέλασε κ’ έκαμε να τους χαιρετίσει με τα χέρια μα ήταν δεμένα σφιχτά και σείστηκε αλαφρά το κορμί της.
Μάθαμε πως φώναξε:
- Χωριανοί, τα παιδιά μου!
Και δεν πήρε απόκριση.
Ύστερα την κλώτσησαν ως τον τοίχο της εκκλησίας…
Τώρα ο παππούς μας συχωρέθηκε, τον έφαγαν οι καημοί και το δίκιο. Μείναμε τα παιδιά, ο μεγάλος αδελφός είναι ο στύλος μας. Μας παίρνει των Φώτων κάθε χρόνο και πάμε λουλούδια σε κείνον τον τοίχο της εκκλησίας.
Πάντα μεσημέρι.
Και πάντα βρίσκουμε νάναι κι άλλα λουλούδια.
Περνάνε απ’ το πρωί οι άνθρωποι και προσκυνάνε τη Μάνα μας.
                                                              Αλέξης Σεβαστάκης
                                                              
Το διήγημα " Οι άλλοι άγιοι"δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1963, στο τεύχος 99.Ο Αλέξης Σεβαστάκης με αυτό το διήγημα συμμετείχε  στο διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος "Κορυσχάδες" και πήρε το τρίτο βραβείο " παρά την κάποια φιλολογική του υπερφόρτωση, περιγράφει με δύναμη την ψυχολογία των ανθρώπων που η νομοτέλεια της αντιστασιακής δράσης τούς φέρνει αντιμέτωπους προς τον κατακτητή ενώ παράλληλα ανασυνθέτει το κλίμα της βίας, της πείνας και της απανθρωπίας κάτω από το ζυγό των ναζί".